καταβολά

καταβολά
καταβολά
1 earnest money, earnest καὶ ὅδ' ἀνὴρ καταβολὰν ἱερῶν ἀγώνων νικαφορίας δέδεκται πρῶτον has won an earnest of victory in the sacred games N. 2.4

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταβολάν — καταβολά̱ν , καταβολή throwing down fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβολάς — καταβολά̱ς , καταβολή throwing down fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”